Η μπροσούρα «η ειρήνη τους μυρίζει πόλεμο» και η εισήγηση της συλλογικότητας στην παρουσίασή της

Με τη συμμετοχή περισσότερων από 80 ατόμων πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση παρουσίασης της μπροσούρας «Η ειρήνη τους μυρίζει πόλεμο«, για την οποία εργαστήκαμε από κοινού με την κατάληψη «Terra incognita» και την αναρχική ομάδα «Πυρανθός».

Η μπροσούρα, η εκδήλωση, η καμπάνια που τρέξαμε το τελευταίο μήνα στην πόλη αλλά και η πορεία της Παρασκευής 22/6 στην οποία συμμετείχαν 300 άτομα, ευελπιστούν να αποτελέσουν, παρά τα πιθανά λάθη και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, την αρχή για μία κουβέντα που ήδη ξεκίνησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως έδειξαν και οι τοποθετήσεις πολλών συλλογικοτήτων και μεμονωμένων συντρόφων και συντροφισσών.

Απέναντι στην ντόπια αστική τάξη, το ελληνικό κράτος, τον εθνικισμό και το μιλιταρισμό που προωθούν…

Απέναντι στο ΝΑΤΟ, την Ε.Ε., τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου, τις εταιρείες εξόρυξης υδρογονανθράκων και την ίδια την προοπτική των εξορύξεων…

Οι εντάσεις και οι πόλεμοι στα Βαλκάνια, το Αιγαίο, την Νοτιοανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή θα σταματήσουν μόνο με την όξυνση και τη σύνδεση των διεθνιστικών κοινωνικών και ταξικών αγώνων, με την ένταση, από μέρους μας αυτή τη φορά, του τελευταίου πολέμου, του ταξικού πολέμου…

Η εισήγηση της συλλογικότητάς μας:

Προφανώς ως αναρχικοί δεν μπορούμε παρά να αναλύουμε την πραγματικότητα ρίχνοντας το μεγαλύτερο βάρος στις ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Σίγουρα όμως όσο βασικές και καθοριστικές και αν είναι αυτές ως παράγοντες για την διαμόρφωση και την αναπαραγωγή των ανθρώπινων κοινωνιών δεν είναι οι μόνες. Μέσα στο καπιταλιστικό και κρατικό οικοδόμημα που καθορίζει τον κόσμο μας λαμβάνουν χώρα και άλλοι ανταγωνισμοί, κάποιοι από αυτούς ανάμεσα στους πόλους εξουσίας και κεφαλαίου κάθε χώρας αλλά και μεταξύ των διαφορετικών κρατών. Και όλες αυτές οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί συνδέονται μεταξύ τους και επηρεάζουν ο ένας τον άλλον. Τα παραπάνω είναι κάτι που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε για να είναι η ανάλυση μας όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη και διεισδυτική και να γίνει ο αγώνας των από τα κάτω ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση πιο αποτελεσματικός. Πόσο μάλλον σε μια τέτοια συγκυρία όπου οι «ενδοσυστημικοί» ανταγωνισμοί μπορούν να έχουν ιδιαίτερα καταστρεπτικό αντίκτυπο στις ζωές και τους αγώνες της τάξης μας.

Αναγνωρίζουμε ότι παρότι οι κύριες αντιθέσεις στους παγκόσμιους διακρατικούς ανταγωνισμούς φαίνεται να λαμβάνουν χώρα μεταξύ συγκεκριμένων «υπερδυνάμεων» όπως οι ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γερμανία θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι όλα τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά αυτά που είναι λιγότερο ισχυρά σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, λειτουργούν απλά και μόνο προς το συμφέρον των «δυνατών». Σίγουρα υπάρχει ανισομέρια στις διακρατικές σχέσεις αλλά το κάθε κράτος είναι εκ φύσεως επιθετικό και προσπαθεί να εξασφαλίσει τα δικά του ανεξάρτητα συμφέροντα και την βελτίωση της θέσης του. Πρώτα σε ένα βραχυπρόθεσμο επίπεδο όσον αφορά τον συσχετισμό δυνάμεων, στην άμεση ή ευρύτερη, περιοχή που ανήκει. Συνήθως έχοντας στραμένο το βλέμα στην αναβάθμιση του ρόλου του σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σίγουρα οι διακρατικές εντάσεις και οι εθνικοί πόλεμοι λειτουργούν με διάφορους τρόπους προωθητικά για την αναπαραγωγή του εξουσιαστικού και καπιταλιστικού συστήματος (όχι για όλους τους πόλους κεφαλαίου και εξουσίας, αλλά για το ίδιο το σύστημα) και οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούμε ότι αναφέρονται στην μπροσούρα.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ιδιαίτερη αναταραχή στον άξονα της Ουκρανίας, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής. Βασική αιτία αποτελούν τα οικονομικά κέρδη και οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί που θα αποφέρει ο έλεγχος των ενεργειακών πηγών και οι δρόμοι μεταφοράς τους στην διψασμένη ενεργειακά Ευρώπη.

Μέσα σε αυτή την όξυνση των διακρατικών ανταγωνισμών, μετά από μια περίοδο που βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο, το ελληνικό κράτος βρήκε την ευκαιρία να προσπαθήσει να αναβαθμίσει την θέση του στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς και το ελληνικό κεφάλαιο να αυξήσει τα κέρδη του και την επιρροή του. Αυτό το πραγματοποιεί κατά βάση εκμεταλλευόμενο τη μεγάλης σημασίας γεωγραφική του θέση. Η θέση αυτή του έχει επιτρέψει ανά τα χρόνια να συνάπτει σχέσεις με δυνατούς παίκτες όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, οι ΗΠΑ, η Ρωσία κ.α.. Έτσι το ελληνικό κράτος «παίζοντας» σε πολλαπλά ταμπλό επιδίωκε να κλείνει τις ευνοϊκότερες για αυτό συμφωνίες. Στην παρούσα συγκυρία παρατηρούμε την τάση του ελληνικού κράτους για μεγαλύτερη πρόσδεση στο ΝΑΤΟ και γενικά στις «δυτικές δυνάμεις».

Αυτό έγινε εμφανές μέσω διάφορων ζητημάτων που πρωταγωνίστησαν στην επικαιρότητα φέτος όπως η επιθυμία εύρεσης λύσης του «μακεδονικού ζητήματος» προκειμένου να αρθεί το βέτο για την ένταξη της γείτονας χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, μέσω της δημιουργίας νέων νατοϊκών βάσεων σε ελληνικά εδάφη (ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΩΝ 2/3 ΤΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΙΝΤΖΙΡΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ), με τις συζητήσεις για αγορά φρεγατών από τη Γαλλία, και με την επιθυμία καθορισμού των ΑΟΖ, κάτι που από ότι δείχνουν όλα έχει ήδη συμφωνηθεί για τα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας με Ιταλία και Αλβανία και που ακούγεται πως θα φέρει και την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ.

Στην νοτιοανατολική μεσόγειο προχωράει ακάθεκτη η ενεργειακή και στρατιωτική συμμαχία της Ελλάδας με Ισραήλ- Κύπρο- Αίγυπτο για τον αγωγό φυσικού αερίου καθιστώντας έτσι την Ελλάδα ενεργειακό κόμβο. Τέλος, το ελληνικό κράτος προσπαθεί να πλασάρει τον εαυτό του ως παράγοντα σταθερότητας στο διευρυμένο τόξο αστάθειας που ξεκινάει από την Ουκρανία και τελειώνει στη μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Σκοπός μας με τη συγγραφή αυτής της μπροσούρας ήταν να δημιουργήσουμε ένα εργαλείο το οποίο θα βοηθούσε να αποκτήσουμε κοινές αφετηρίες προκειμένου να είναι ρεαλιστική η προοπτική του να καταλήξουμε σε κοινά συμπεράσματα τα οποία με τη σειρά τους αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική μας δράση. Σίγουρα πάνω στην συζήτηση για τον τρόπο που διαμορφώνονται σήμερα οι παγκόσμιοι ενδοσυστημικοί ανταγωνισμοί, για τον ρόλο του ελληνικού κράτους και του ελληνικού κεφαλαίου θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά περισσότερα. Αν και αυτή είναι μια αναγκαία συζήτηση, επιλέξαμε η συζήτηση που θα ακολουθούσε την παρουσίαση της μπροσούρας σήμερα να κεντροβαρίσει περισσότερο στην στάση μας σχετικά με την διαμόρφωση ενός αντιπολεμικού κινήματος, μέσα σε ένα κλίμα εντάσεων και ενδεχόμενο πολέμου.

Υπάρχουν διάφορες απόψεις σχετικά με το τι επίπτωση μπορεί να έχει ένας εθνικός πόλεμος για ένα επαναστατικό κίνημα. Από αυτήν που λέει ότι μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για να στρέψουν οι καταπιεσμένοι τα όπλα τους στους καταπιεστές τους λόγω της αποσταθεροποίησης ως αυτή που λέει ότι θα είναι ταφόπλακα για το όποιο κίνημα (ότι τα κράτη συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους και έιναι ετοιμοπόλεμα, ενώ υπάρχει και εμπλοκή άλλων κρατών που έχουν συμφέροντα στην περιοχή). Σίγουρα οι συνθήκες, αντικειμενικές και υποκειμενικές, αλλά και τυχαίοι παράγοντες μπορούν να αποδείξουν την κάθε μία σωστή ή λάθος ανά περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό, τους λόγους των εντάσεων στην περιοχή καθώς και την κατάσταση που επικρατεί τόσο στο σύνολο των εκμεταλλευομένων όσο και στο ανταγωνιστικό κίνημα, η εκδήλωση ενός πολέμου μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους, πέρα από ξεκάθαρα αντιδραστικά χαρακτηριστικά και από τις δύο πλευρές, θα έχει κατά πάσα πιθανότητα πολύ αρνητικό αποτέλεσμα στους όποιους αγώνες των από τα κάτω και σίγουρα θα είναι καταστρεπτικός για τις ζωές των εκμεταλλευόμενων της περιοχής. Κάναμε επίσης τη –δυσάρεστη μεν, αναμφισβήτητη δε- συνειδητοποίηση ότι το κίνημα στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα δε διαθέτει την ωριμότητα, τη σοβαρότητα, την οργάνωση, τις συμφωνίες και τη δυναμική για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί μια ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη προς όφελός του. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως μεγάλες επαναστάσεις και απόπειρες επαναστάσεων προϋποθέτουν την οπλισμένη εργατική τάξη κάτι που σαφώς οδήγησε και στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος είναι ευκαιρία από τη στιγμή που συνδυάζει μία απότομη υποτίμηση των όρων ζωής και από την άλλη όντως την εξοπλίζει. Από αυτό το σημείο όμως μέχρι το σημείο να θεωρούμε μονόδρομο για μια επανάσταση έναν πόλεμο, μάλλον θα χρειαστεί να κάνουμε δεκάδες λογικά άλματα, τη στιγμή μάλιστα που εξίσου μεγάλα ιστορικά γεγονότα και επαναστάσεις εξοπλίστηκαν με την ένωση φαντάρων-εξεγερμένων, με την απαλλοτρίωση των στρατοπέδων ή με την κατάληψη των εργοστασίων όπλων όπως εμβληματικά συνέβη στην Ισπανία το 1936.

Έτσι, κρίναμε πιο ωφέλιμο να ασχοληθούμε παραπάνω με τη διαμόρφωση ενός αντιπολεμικού κινήματος και την επεξεργασία των χαρακτηριστικών που θα έπρεπε να έχει, παρά με το πώς θα δρούσαμε σε ενδεχόμενο πολέμου. Όπως εξηγήσαμε ήδη οι λόγοι για αυτή μας την επιλογή δεν προκύπτουν από κάποια αόριστη πασιφιστική λογική αλλά από την αναγνώριση των προαναφερθέντων συνθηκών. Επιπλέον, θεωρήσαμε σκόπιμο να αφιερώσουμε ενέργεια τώρα για τη δημιουργία ενός αντιπολεμικού κινήματος όχι μόνο λόγω του κλίματος έντασης που επικρατεί, αλλά και επειδή ο αντιπολεμικός είναι από αυτούς τους αγώνες που πρέπει να δρουν «προληπτικά» καθώς αν δε δράσουν έτσι θα είναι εκ των πραγμάτων χαμένοι. Πρέπει πριν τις μερικές ή ολικές επιστρατεύσεις και τα νέα θερμά επεισόδια να έχουμε καταθέσει την άποψή μας για αυτά, γιατί αλλιώς για άλλη μια φορά θα μας προσπεράσει η ιστορία και αυτή τη φορά με μεγάλο κόστος.

Τα περισσότερα χαρακτηριστικά ενός αντιπολεμικού μετώπου που εμείς θέλουμε να συμμετέχουμε αναφέρθηκαν ήδη στην κοινή εισήγηση των τριών ομάδων που γράψαμε την μπροσούρα. Για να μην κουράσουμε θα αναφερθούμε μόνο σε κάποια από αυτά προσπαθώντας να τα γειώσουμε σε προοπτικές δράσης

Ένας προβληματισμός που τέθηκε στο εσωτερικό μας είναι το εύρος ενός τέτοιου κινήματος, ποιους χωρά, ποιους όχι, συζήτηση η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη δυναμική που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να έχει ένα αντιπολεμικό κίνημα. Στην κουβέντα μας προέκυψε καταρχήν η ανάγκη διαχωρισμού μεταξύ ενός αντιπολεμικού κινήματος και ενός «μετώπου» που θα μπορούσαμε εμείς να συμμετέχουμε. Τη διάκριση αυτή την κάνουμε γιατί ένα αντιπολεμικό κίνημα -παρότι μπορούμε να το επηρεάσουμε- δεν μπορούμε να το καθορίσουμε καθώς μπορεί να αποτελείται από πολλά ετερόκλητα κομμάτια. Για παράδειγμα ένα αντιπολεμικό κίνημα μπορεί να περιλαμβάνει από αναρχικούς και αριστερούς ως ειρηνιστές, χίπηδες ιαχωβάδες, αριστερο-πατριώτες με όρια, παραδείγματος χάρη όχι η ΚΟΕ. Αυτά τα κομμάτια τα ενώνει η κοινή επιθυμία αποτροπής του πολέμου αλλά τα χωρίζουν ουσιώδεις διαφορετικές λογικές και μέσα αγώνα. Έτσι, καταλήξαμε ότι από τη μια μπορούμε να αγωνιζόμαστε κοινά με όσα κοινωνικά κομμάτια θέλουν να αποτρέψουν τον πόλεμο, αλλά ταυτόχρονα οφείλουμε να επιδιώκουμε το σχηματισμό όσο το δυνατόν ευρύτερων μετώπων με όσους/ες συμφωνούμε στα βασικά χαρακτηριστικά που θέτουμε για ένα αντιπολεμικό κίνημα.

Όσον αφορά τους στόχους ενός αντιπολεμικού μετώπου με πιο κοντινά σε εμάς χαρακτηριστικά: όπως στους κοινωνικούς-ταξικούς αγώνες στοχοποιούμε πρώτα και κύρια το «δικό μας» κράτος έτσι σε τέτοια ζητήματα είναι λογικό να στοχεύουμε στους συμμάχους του, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του. Αντιλαμβανόμαστε ότι η στοχοποίηση πχ του ΝΑΤΟ μπορεί να ελλοχεύει τον κίνδυνο να «βγάλει λάδι» το ελληνικό κράτος και να κατηγορεί έναν «ξένο» θεσμό. Για αυτό και είναι πολύ σημαντικό να δίνεται προσοχή στον τρόπο και στους λόγους για τους οποίους στοχοποιείται ένας μηχανισμός. Εφόσον όμως αναδεικνύεται η σχέση που αναφέραμε παραπάνω νομίζουμε πως όχι μόνο δεν είναι παρεξηγήσιμη αλλά ότι είναι και αναγκαία η στοχοποίησή του. Έτσι, ένας από τους βασικότερους στόχους εδώ αποτελεί ο πολεμικός μηχανισμός του ΝΑΤΟ. Συγκεκριμένα, η ανάδειξη και γνωστοποίηση του ρόλου των υπαρχουσών βάσεων σε άλλους πολέμους καθώς και ο αγώνας για την αποτροπή δημιουργίας νέων είναι ιδιαίτερα σημαντικός μιας που –σε περίπτωση επιτυχίας του- βάζει όντως σοβαρό κόλλημα στην υλοποίηση των πολεμικών σχεδιασμών. Το να μη δρας ενάντια σε μια πολεμική μηχανή όπως ΝΑΤΟ επειδή αρκετοί που το κάνουν είναι πατριώτες και θέλουν ανεξάρτητη, εθνικά και λαϊκά κυρίαρχη Ελλάδα, μάλλον δείχνει την αδυναμία σου να αντισταθείς από ταξική, διεθνιστική ή και αντεθνική αν προτιμάτ σκοπιά απέναντι σε έναν μηχανισμό που γεννάει τους πολέμους τον έναν μετά τον άλλον και που η χώρα σου παίζει κομβικό ρόλο μέσα σε αυτόν.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τα οποία κρίνουμε απαραίτητο να έχει ένα αντιπολεμικό κίνημα είναι αυτό της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Συγκεκριμένα, για τις εντάσεις μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας θα ήταν ιδιαίτερα σκόπιμο να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε όπου δεν υπάρχουν και να εμβαθύνουμε τις υπάρχουσες σχέσεις με αγωνιζόμενα κομμάτια του γειτονικού κράτους με τα οποία θα μπορούσαμε να σχεδιάζουμε ταυτόχρονες δράσεις διαμαρτυρίας, ή κοινές εκδηλώσεις για να δείχνουμε στην πράξη ότι οι εκμεταλλευόμενοι των δύο χωρών δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε μεταξύ μας. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις υπόλοιπες γειτονικές χώρες με τις οποίες υπάρχουν εντάσεις την τελευταία περίοδο. Βάση των παραπάνω αναγνωρίζουμε και το έλλειμμα της σημερινής εκδήλωσης στην οποία θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον και αξία να έχουμε έρθει σε επαφή με συντρόφους από άλλες χώρες για να εμπλουτίσουν τη συζήτηση.

Όπως προαναφέραμε και στην κοινή τοποθέτηση, άλλο ένα μεγάλο στοίχημα είναι να αποδομήσουμε τις λογικές της εθνικής ενότητας που ριζώνουν πολύ εύκολα σε τέτοιους καιρούς στα μυαλά των καταπιεσμένων, και να απογυμνώσουμε έναν-έναν κάθε μύθο της, αναδεικνύοντας με κάθε λεπτομέρεια τους πραγματικούς λόγους των εντάσεων, τους πραγματικούς χαμένους της καπιταλιστικής ειρήνης αλλά και του πολέμου. Να μαζικοποιήσουμε από τώρα το κίνημα ενάντια στο στρατό και το μιλιταρισμό, να πολλαπλασιάσουμε τις αρνήσεις στράτευσης σαν ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες: Καταστούμε σαφές πως δε θα σκοτώσουμε ανθρώπους της τάξης μας οι οποίοι βιώνουν την ίδια καταπίεση και εκμετάλλευση με εμάς μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε αντικριστές πλευρές μιας νοητής γραμμής, δεν υπηρετούμε τη στρατοκρατία, έναν μηχανισμό καταστολής και βαρβαρότητας στην υπηρεσία του κεφαλαίου και του κράτους.

Παράλληλα να δείξουμε με τις πράξεις μας ότι δεν τρώμε το κουτόχορτο της εθνικής ενότητας που θέλει να παραγνωρίσουμε τις διαφορές που έχουμε αφεντικά και εργάτες, καταπιεστές και καταπιεσμένοι και που θέλει να στραφούμε εναντίον όσων είναι αλλόθρησκοι ή αλλοεθνείς, όπως χαρακτηριστικά συνέβη, όλως περιέργως με την πρώτη διαταξική απεργία της 30ης Μαΐου, που έλεγε για το καλό της πατρίδας, του έθνους κλπ. Να δείξουμε ότι καταλαβαίνουμε ότι όποια χώρα και αν αποκτήσει μεγαλύτερη κυριαρχία στο Αιγαίο, ή επεκτείνει τα όρια της ΑΟΖ της, οι ίδιες ή άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουμε και ζούμε θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να αναδείξουμε και άλλο ένα σημείο που θεωρούμε πάρα πολύ σημαντικό.

Αναγνωρίζουμε πως στην υπάρχουσα συγκυρία οι αγώνες βρίσκονται σε ύφεση και ο α/α χώρος βρίσκεται σε ένα αντίστοιχο μούδιασμα. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο σοβαρά ζητήματα και ασχολούμαστε μαζί τους, γίνονται πιο εμφανείς οι αδυναμίες μας και μπορούμε να ψάξουμε σοβαρότερα να βρούμε τις λύσεις που θα επιτρέψουν την αναβάθμιση της οργάνωσης μας, της παρέμβασής μας στο κοινωνικό και ταξικό πεδίο, την δόμηση μιας πιο συγκεκριμένης στοχοθεσίας και μιας στρατηγικής για την αναβάθμιση μας από χώρο σε κίνημα.

Ένας γενικότερος στόχος που θέτουμε πάντα αλλά ακόμα περισσότερο στην υπάρχουσα περίοδο εντάσεων είναι η ενδυνάμωση και η πυροδότηση των επιμέρους κοινωνικών και ταξικών αγώνων και η προσπάθεια σύνδεσής τους για τη δημιουργία ενός ισχυρού ανταγωνιστικού κινήματος. Αυτό έχει νόημα να το αναφέρουμε για δύο λόγους: από τη μία η ύπαρξη ισχυρών αγώνων θα δρούσαν αποτρεπτικά στο να ριζώνουν εθνικιστικές-πατριωτικές ρητορικές στο κοινωνικό σώμα και από την άλλη κάθε κράτος θα το σκεφτόταν διπλά να εμπλακεί σε έναν πόλεμο έχοντας το νου του συνέχεια στα μετόπισθεν. Γιατί τότε ναι, ο πόλεμος, ίσως να τους έβγαινε τελικά ξινός…

Άλλωστε, η δημιουργία ενός διευρυμένου, ταξικού, μαχητικού, αυτοοργανωμένου κινήματος που θα συνδέει κάθε διαφορετικό, μικρό και μεγάλο αγώνα από το ζήτημα της κάλυψης αναγκών (νερό, ενέργεια, υγεία, μετακινήσεις, στέγαση κα) μέχρι τους εργατικούς αγώνες ή αγώνες υπεράσπισης της φύσης και των δημόσιων χώρων, γεννά πολλές δυνατότητες. Εάν καταφέρουμε να δομήσουμε ή καλύτερα να συνυπάρξουμε ως ενεργό κομμάτι μέσα σε ένα τέτοιο κίνημα θα μπορούμε να δώσουμε συλλογικές λύσεις σε προβλήματα που θα γεννηθούν σε περίπτωση εκδήλωσης ενός πολέμου. Και στην περίπτωση που είτε τα καταφέρουμε εμείς, είτε δεν βγουν τα κουκιά στους καπιταλιστές και ένας τέτοιος πόλεμος που αναφερόμαστε σήμερα δε γίνει, ένα τέτοιο κίνημα θα μπορέσει να δράσει και να μιλήσει ρεαλιστικά για τον ταξικό πόλεμο -αυτή τη φορά οξυμένου από τους από τα κάτω-, εκείνον τον πόλεμο, τον τελευταίο πόλεμο που θα σταματήσει όλους τους πολέμους και με τη νικηφόρα έκβασή του για το προλεταριάτο θα πάψουν να υπάρχουν οι ψευδείς αιτίες που μας χωρίζουν σήμερα: ΤΑ ΕΘΝΗ-ΚΡΑΤΗ, ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ αλλά και κάθε μορφή καταπίεσης και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο…

.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *